Μετάβαση στο περιεχόμενο

λογάριν

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λογάριν ουδέτερο, (επίσης αποτελεί κυπριακό και ποντιακό ιδίωμα)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

 δείτε και τη λέξη λογαριάζω


Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λογάριν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογάριον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λογάριν ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]