Μετάβαση στο περιεχόμενο

μήτινγκ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μήτινγκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική meeting με μεταγραμματισμό του ⟨ee⟩ > ⟨η⟩. Δείτε μίτινγκ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmi.tiŋɡ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μήτινγκ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μήτινγκ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]