μαύρων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μαύρων

  1. μαύρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. μαύρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. μαύρο, στη γενική του πληθυντικού