Μετάβαση στο περιεχόμενο

μη με λησμόνει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
μη με λησμόνει

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μη με λησμόνει < μη + με + λησμόνει < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική forget-me-not < γερμανική Vergissmeinnicht

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μη με λησμόνει ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]