λησμονώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λησμονώ < ελληνιστική κοινή (απαντά ο τύπος μετοχής λησμονηθέντες), συγγενές με το αρχαιοελληνικό λησμοσύνη και το λήθω / λανθάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λησμονώ, πρτ.: λησμονούσα, στ.μέλλ.: θα λησμονήσω, αόρ.: λησμόνησα, μτχ.π.π.: λησμονημένος

  1. ξεχνώ
    Ό,τ’ έγινε έγινε· λησμόνα το, μουρμούρισε σκυμμένος απάνω στο κεφάλι της, μην έχοντας πια τη δύναμη να το σηκώσει. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]