λησμονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λησμονώ < ελληνιστική κοινή (απαντά ο τύπος μετοχής λησμονηθέντες), συγγενές με το αρχαιοελληνικό λησμοσύνη και το λήθω / λανθάνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

λησμονώ, παρατ.: λησμονούσα, στιγμ. μέλλ.: θα λησμονήσω, αόρ.: λησμόνησα , μτχ.π.π.: λησμονημένος

  1. ξεχνώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]