αλησμόνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αλησμόνητος αλησμόνητη αλησμόνητο
γενική αλησμόνητου αλησμόνητης αλησμόνητου
αιτιατική αλησμόνητο αλησμόνητη αλησμόνητο
κλητική αλησμόνητε αλησμόνητη αλησμόνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλησμόνητοι αλησμόνητες αλησμόνητα
γενική αλησμόνητων αλησμόνητων αλησμόνητων
αιτιατική αλησμόνητους αλησμόνητες αλησμόνητα
κλητική αλησμόνητοι αλησμόνητες αλησμόνητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλησμόνητος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αλησμόνητος

  1. ο πολύ όμορφος που δεν μπορεί κάποιος να τον λησμονήσει (συνήθως για ιδιαίτερα ευχάριστες αναμνήσεις -σπανίως χρησιμοποιείται και για δυσάρεστες)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]