μιρίν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιρίν < ιαπωνική 味醂 ή みりん, (μιρίν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιρίν ουδέτερο άκλιτο

  1. είδος σακέ που χρησιμοποιείται σήμερα μόνο σε σάλτσες στην κορεατική και την ιαπωνική μαγειρική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]