μπάρμαν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάρμαν < αγγλικά barman, bartender

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάρμαν ουδέτερο

  1. αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]