μπάρμαν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Υπεύθυνο άτομο για την προετοιμασία ροφημάτων, ποτών, παγωτών, όλων των παραγγελιών της κάβας καθώς και για τις καθαριότητες στους χώρους παρασκευής , προετοιμασίας ,αποθήκευσης και συντήρησης εξοπλισμού.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάρμαν < αγγλικά barman, bartender

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάρμαν ουδέτερο

  1. αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]