μπουχάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουχάρα μπουχάρες
γενική μπουχάρας
αιτιατική μπουχάρα μπουχάρες
κλητική μπουχάρα μπουχάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουχάρα < μετωνυμία από την πόλη Μπουχάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουχάρα θηλυκό

  1. μεγάλο χαλί για το πάτωμα, με γεωμετρικά σχέδια, κοκκινωπού χρώματος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]