μόνιμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόνιμα < μόνιμος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μόνιμα

είναι μόνιμα κατσουφιασμένος
  • για πάντα (λέγεται για κάτι που πρόκειται να διαρκέσει, για μια κατάσταση που αναμένεται να είναι σταθερή)
εγκατασταθήκαμε μόνιμα στο νέο μας σπίτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]