Μετάβαση στο περιεχόμενο

μόνιμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μόνιμα < μόνιμ(ος) +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmo.ni.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μόνιμα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μόνιμα (χρονικό επίρρημα)

  1. διαρκώς, συνεχώς, εν πάση περιπτώσει, αμετάβλητα
    παράδειγμα  Είναι μόνιμα κατσουφιασμένος. Δεν αλλάζει ποτέ η διάθεσή του.
    παράδειγμα  Ζει μόνιμα στην Αθήνα.
     συνώνυμα:  δείτε για πάντα
  2. (με τον αόριστο) μια για πάντα, οριστικά· λέγεται για κάτι που πρόκειται να διαρκέσει, για μια κατάσταση που αναμένεται να είναι σταθερή
    παράδειγμα  Εγκατασταθήκαμε μόνιμα στο νέο μας σπίτι.
     συνώνυμα:  δείτε μια για πάντα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

μόνιμα