νευστάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: νυστάζω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νευστάζω < νεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

νευστάζω

  1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω και μπροστά
  2. νεύω
  3. λιποθυμώ
  4. (για ζώα) κατεβάζω τα κέρατα