γέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γερνώ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέρνω < μεσαιωνική ελληνική γέρνω < γείρω < αρχαία ελληνική ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝεɾ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

γέρνω, πρτ.: έγερνα, στ.μέλλ.: θα γείρω, αόρ.: έγειρα, μτχ.π.π.: γερμένος

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να αποκτήσει κλίση, να αποκλίνει από τον κατακόρυφο άξονα
  2. (αμετάβατο) αποκτώ μια κλίση, κλίνω προς μια πλευρά, αποκλίνω από τον κατακόρυφο άξονα
  3. (αμετάβατο) σκύβω
  4. (αμετάβατο) ξαπλώνω
  5. (αμετάβατο) (για ουράνια σώματα) οδεύω προς τη δύση, δύω
  6. (αμετάβατο) (μεταφορικά) τείνω να συμφωνήσω με μία από δύο ή περισσότερες απόψεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]