incline

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

incline (en)

  1. γέρνω
  2. είμαι επιρρεπής σε κάτι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

incline (en)