εγείρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγείρω < αρχαία ελληνική ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈʝi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εγείρω, πρτ.: ήγειρα, στ.μέλλ.: θα εγείρω, αόρ.: ήγειρα, παθ.φωνή: εγείρομαι

  1. σηκώνω, προβάλλω
    εγείρεται ο κίνδυνος
  2. (μεταφορικά) προκαλώ, γεννώ σκέψη ή σκέψεις

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. εγείρω αξιώσεις / απαιτήσεις: προβάλλω αξιώσεις/απαιτήσεις, αξιώνω/απαιτώ
  2. εγείρω μομφές: αποδίδω μομφές, μέμφομαι
  3. εγείρω πρόποσιν: σηκώνω το ποτήρι μου για να κάνω πρόποση
  4. (νομικός όρος) εγείρω αγωγή, εγείρω ένσταση: κάνω αγωγή/ ένσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]