ένσταση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένσταση ενστάσεις
γενική ένστασης
& ενστάσεως
ενστάσεων
αιτιατική ένσταση ενστάσεις
κλητική ένσταση ενστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένσταση < αρχαία ελληνική ἔνστασις < ἐνίσταμαι < ἐν + ἵσταμαι, παθητική φωνή του ρήματος ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένσταση θηλυκό

  1. η αντίρρηση, η αντίθεση με κάτι
  2. (νομικός όρος) η αντίρρηση που υποβάλλει ο εναγόμενος κατά της αγωγής που έγινε εναντίον του
  3. (νομικός όρος) κάθε αντίρρηση υποβαλλόμενη από δικηγόρο στο δικαστήριο για την υπεράσπιση του πελατειακού συμφέροντος, όταν η διαδικασία δεν ακολουθεί τους κανόνες και τις αρχές διεξαγωγής μιας δίκης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]