αγείρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγείρω, ἐγείρω, εγείρω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγείρω < αρχαία ελληνική ἀγείρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈʝi.ɾɔ/
συλλαβισμός: α‐γεί‐ρω

Ρήμα[επεξεργασία]

αγείρω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]