εξεγείρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξεγείρω < αρχαία ελληνική ἐξεγείρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛ.ˈʝi.ɾɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξεγείρω , πρτ.: εξήγειρα, στ.μέλλ.: θα εξεγείρω, αόρ.: εξήγειρα, παθ.φωνή: εξεγείρομαι, μτχ.π.π.: εξεγερμένος

  1. κάνω κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί με την άσχημη ή καταπιεστική συμπεριφορά μου
  2. παρακινώ κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]