εξεγερμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξεγερμένος εξεγερμένη εξεγερμένο
γενική εξεγερμένου εξεγερμένης εξεγερμένου
αιτιατική εξεγερμένο εξεγερμένη εξεγερμένο
κλητική εξεγερμένε εξεγερμένη εξεγερμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξεγερμένοι εξεγερμένες εξεγερμένα
γενική εξεγερμένων εξεγερμένων εξεγερμένων
αιτιατική εξεγερμένους εξεγερμένες εξεγερμένα
κλητική εξεγερμένοι εξεγερμένες εξεγερμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξεγερμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξεγείρω, εξεγείρομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξεγερμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: εξεγείρομαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]