Μετάβαση στο περιεχόμενο

excite

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας excite
γ΄ ενικό ενεστώτα excites
αόριστος excited
παθητική μετοχή excited
ενεργητική μετοχή exciting

excite (en)

  1. ενθουσιάζω, κάνω κάποιον να αισθάνεται πολύ ευχαριστημένος, ενδιαφέρον ή ενθουσιώδης, ειδικά για κάτι που πρόκειται να συμβεί
    παράδειγμα  The idea excited him.
    Τον ενθουσίασε η ιδέα.
    παράδειγμα  He’s excited easily.
    Ενθουσιάζεται εύκολα.
  2. αναστατώνω
  3. συγκινώ, εξάπτω, κινώ, διεγείρω, προκαλώ ένα έντονο συναίσθημα
    παράδειγμα  There’s nothing to get excited about.
    Δεν υπάρχει λόγος να συγκινείσαι.
    παράδειγμα  Modern art doesn’t excite me.
    Δεν με συγκινεί η μοντέρνα τέχνη.
    παράδειγμα  I excite envy/admiration in someone.
    Εξάπτω/Κινώ ζήλια/θαυμασμό σε κάποιον.
    παράδειγμα  a story that excites the imagination - μια ιστορία που διεγείρει τη φαντασία
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη arouse

Συγγενικά

[επεξεργασία]