εθνεγερτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εθνεγερτικός εθνεγερτική εθνεγερτικό
γενική εθνεγερτικού εθνεγερτικής εθνεγερτικού
αιτιατική εθνεγερτικό εθνεγερτική εθνεγερτικό
κλητική εθνεγερτικέ εθνεγερτική εθνεγερτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εθνεγερτικοί εθνεγερτικές εθνεγερτικά
γενική εθνεγερτικών εθνεγερτικών εθνεγερτικών
αιτιατική εθνεγερτικούς εθνεγερτικές εθνεγερτικά
κλητική εθνεγερτικοί εθνεγερτικές εθνεγερτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνεγερτικός < εθνεγέρτης + -ικός
Λέξη που πλάσθηκε από τον Νικόλαο Βούλγαρη το 1848 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Α, σελ. 324)

Επίθετο[επεξεργασία]

εθνεγερτικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση ή αναφέρεται στην εθνεγερσία
    Η Ελληνική Νομαρχία, μετά το εθνεγερτικό κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου, αποτελεί, κατά τους ιστορικούς των νεοτέρων χρόνων τον σημαντικότερο πνευματικό κρίκο που οδήγησε στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. (Ελληνική Νομαρχία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]