δύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δύο, δηώ, δῃῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύω < αρχαία ελληνική δύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δύω

  1. (για ήλιο, αστέρια) βυθίζομαι στον ορίζοντα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βασιλεύω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανατέλλω
    ο ήλιος σήμερα θα δύσει στις 7:15.
  2. (μεταφορικά) αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεπέφτω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γέρνω, παρακμάζω, σβήνω
    έδυσε το μεγαλείο τής Ρώμης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dew

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δύω

  1. φθάνω, πηγαίνω μέσα σε κάτι
  2. (για χώρα, τόπο) εισέρχομαι, εισδύω, χώνομαι, βυθίζομαι
  3. (για ρούχα, οπλισμό) ντύνομαι, περιβάλλομαι, φορώ
  4. (για πάθη, παθήματα κ.λπ.) επέρχομαι
  5. απομονώνομαι

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

δύω

  • επικός τύπος του δύο