αποδυτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποδυτήριο αποδυτήρια
γενική αποδυτηρίου αποδυτηρίων
αιτιατική αποδυτήριο αποδυτήρια
κλητική αποδυτήριο αποδυτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

από + δύω (αρχαίο ελληνικό ρήμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ði.ˈti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποδυτήριο ουδέτερο

  1. Το μέρος στο οποίο κανείς αποδύεται, δηλαδή βγάζει τα ρούχα του.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]