neigen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

neigen (de)

  1. γέρνω
  2. κλίνω
  1. zu etwas neigen: τείνω προς κάτι, έχω τάση να κάνω κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]