Neigung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Neigung < neigen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Neigung die Neigungen
γενική der Neigung der Neigungen
δοτική der Neigung den Neigungen
αιτιατική die Neigung die Neigungen

Neigung (de) θηλυκό

  1. κλίση
  2. Neigung zu: τάση προς, για

Σύνθετα[επεξεργασία]