γέρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γέρμα | τα | γέρματα |
| γενική | του | γέρματος | των | γερμάτων |
| αιτιατική | το | γέρμα | τα | γέρματα |
| κλητική | γέρμα | γέρματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γέρμα < γέρνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γέρμα ουδέτερο
- η ώρα που ο ήλιος γέρνει, το ηλιοβασίλεμα, η δύση
- ※ Άλλαξαν όλα. Όλα εκτός από το τσαγκάρικο του κυρ Κώστα. Που, σκυμμένος από τη δουλειά μα και από τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη, εξακολουθούσε να δουλεύει «από την αυγή ώς το γέρμα». Τώρα πουλούσε και καινούρια παπούτσια, μα πού να τα βγάλει πέρα με τα «τακούνι-εξπρές» και τις νέες μόδες... (Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου, Ο καιρός της σοκολάτας, εκδ. Πατάκης, 2016)