νόστιμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]νόστιμο
- αιτιατική ενικού του νόστιμος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νόστιμος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- * νόστιμό μου: όμορφό μου (κορίτσι ή αγόρι)