ξεμένω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεμένω < μεσαιωνική ελληνική ξεμένω < ξε- + μένω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεμένω

  1. μένω πιο πίσω από μια ομάδα που προχωράει
    ※  Μια μεσόκοπη πολύ παχιά γυναίκα που είχε ξεμείνει στο δρόμο παρακαλούσε να την πάρουμε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. μένω οριστικά κάπου όπου αρχικά είχα πάει προσωρινά
  3. μένω χωρίς συντροφιά
  4. μένω χωρίς αποθέματα συγκεκριμένου είδους
    ξέμεινα από τσιγάρα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]