ξεπαγώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεπαγώνω < ξε- στερητικό + παγώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεπαγώνω, μτχ. παθ. παρακ. ξεπαγωμένος

  1. (μεταβατικό) βγάζω τρόφιμα από την κατάψυξη και τα αφήνω για αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία δωματίου ώστε να μπορέσω να τα μαγειρέψω
  2. (αμετάβατο)
    βγάζω το κρέας από την κατάψυξη για να ξεπαγώσει

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]