thaw

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

thaw (en)

  1. (αμετάβατο) λιώνω (για τον πάγο)
    the ice thawed - ο πάγος έλιωσε
  2. (μεταβατικό) ξεπαγώνω (τρόφιμα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: defrost