ξεροψήνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεροψήνω < ξερός + ψήνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεροψήνω

  1. ψήνω κάτι μέχρι να γίνει ξερό, τραγανό
  2. (μεταφορικά) ενοχλώ διαρκώς κάποιον με επίμονες ερωτήσεις ή κριτικές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]