ξυπόλητος στ' αγκάθια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξυπόλητος στ' αγκάθια < → λείπει η ετυμολογία
Έκφραση
[επεξεργασία]ξυπόλητος στ' αγκάθια
- κάνω κάτι χωρίς να είμαι επαρκώς προετοιμασμένος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- πάω/περπατάω ξυπόλητος στ' αγκάθια
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ξυπόλητος στ' αγκάθια - Ιδιωματικές εκφράσεις στο ΙΔΙΟΝ, Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου.