οικειοθελής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | οικειοθελής | η | οικειοθελής | το | οικειοθελές |
| γενική | του | οικειοθελούς* | της | οικειοθελούς | του | οικειοθελούς |
| αιτιατική | τον | οικειοθελή | την | οικειοθελή | το | οικειοθελές |
| κλητική | οικειοθελή(ς) | οικειοθελής | οικειοθελές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | οικειοθελείς | οι | οικειοθελείς | τα | οικειοθελή |
| γενική | των | οικειοθελών | των | οικειοθελών | των | οικειοθελών |
| αιτιατική | τους | οικειοθελείς | τις | οικειοθελείς | τα | οικειοθελή |
| κλητική | οικειοθελείς | οικειοθελείς | οικειοθελή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.ci.o.θeˈlis/
Επίθετο
[επεξεργασία]οικειοθελής, -ής, -ές
- που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση
η οικειοθελής αποχώρησή του διευκόλυνε την εκλογή νέας ηγεσίας του κόμματος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη οικείος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οικειοθελής
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ οικειοθελής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας