παραγοντοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραγοντοποιώ < παράγοντας + ποιώ
Ρήμα
[επεξεργασία]παραγοντοποιώ
- (μαθηματικά) αναλύω έναν αριθμο σε γινόμενο πρώτων παραγόντων
παραγοντοποιώ