Μετάβαση στο περιεχόμενο

παύω τόν νόμον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παύω τὸν νόμον <  δείτε τις λέξεις παύω, τόν, νόμον και νόμος

Έκφραση

[επεξεργασία]

παύω τὸν νόμον