πομπεύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομπεύς < πέμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πομπεύς αρσενικό

  1. ο προπομπός, ο οδηγός
  2. ο συνοδός
  3. (μεταφορικά) που βοηθά στο να φτάσει κάποιος κάπου
    οὖροι νηῶν πομπῆες (οι ούριοι άνεμοι βοήθησαν τα καράβια)