προάστια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προάστια < αρχαία ελληνική προάστιον < από το ουδέτερο του επιθέτου προάστιος ή προάστειος < προ- + ἂστυ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προάστια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (γεωγραφία) τα περίχωρα μιας πόλης, οι οικισμοί που βρίσκονται γύρω από αυτήν και εξαρτώνται συνήθως οικονομικά από αυτήν
    Ένταση και επεισόδια στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού.
  2. βόρεια προάστια: τα "πλούσια" προάστια των Αθηνών"
    Έγινε των βορείων προαστίων και δε μας καταδέχεται πια.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]