προάστιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προάστιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προάστιον < ουδέτερο του επιθέτου προάστιος ή προάστειος < προ- + ἄστυ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾoˈa.sti.o/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐ά‐στι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προάστιο ουδέτερο
- (γεωγραφία) τα περίχωρα μιας πόλης: τοποθεσία ή οικισμός δίπλα σε μεγάλη πόλη ή μεγαλούπολη
η Κηφισιά είναι ένα ακριβό προάστιο της Αθήνας
ένταση και επεισόδια στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού- ※ Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βόρεια προάστια: τα "πλούσια" προάστια των Αθηνών
έγινε των βορείων προαστίων και δε μας καταδέχεται πια
Συγγενικά
[επεξεργασία]- άστυ
- αστικός
- Προάστιο (τοπωνύμιο)
- προάστιος
- προαστιακός
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προάστιο
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)