αστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστικός αστική αστικό
γενική αστικού αστικής αστικού
αιτιατική αστικό αστική αστικό
κλητική αστικέ αστική αστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστικοί αστικές αστικά
γενική αστικών αστικών αστικών
αιτιατική αστικούς αστικές αστικά
κλητική αστικοί αστικές αστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστικός < αρχαία ελληνική ἀστικός < ἄστυ (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική urbain· 3. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική civil· 4. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική bourgeois)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αγροτικός, επαρχιακός
  2. που έχει σχέση με την συγκοινωνία ή την επικοινωνία μέσα σε μια πόλη, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: υπεραστικός
  3. (νομικός όρος) που έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός πολίτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
  4. που έχει σχέση με την κοινωνική τάξη των αστών και τους αστούς, αναφέρεται σ’ αυτά ή εκφράζει τους αστούς
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αντιαστικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]