προσκυνημένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]προσκυνημένο
- αιτιατική ενικού του προσκυνημένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσκυνημένος
προσκυνημένο