πρωτεϊνικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]πρωτεϊνικό
- αιτιατική ενικού του πρωτεϊνικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικό