ριταρντάντο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ριταρντάντο < ιταλική ritardando (καθυστερώντας) < ritardare (καθυστερώ)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ριταρντάντο

  1. (μουσική) σημαίνει τη σταδιακή καθυστέρηση του παιξίματος ενός μουσικού κομματιού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]