σπανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπανίζω < αρχαία ελληνική σπανίζω < σπάνις

Ρήμα[επεξεργασία]

σπανίζω

  1. είμαι σπάνιος, βρίσκομαι ή αντιμετωπίζομαι σπάνια, όχι συχνά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]