στάρετς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάρετς < (άμεσο δάνειο) ρωσική ста́рец (stárec)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στάρετς αρσενικό άκλιτο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]