σφάκελος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφάκελος < κοινή με τα ρήματα σπάω, σπαίρω, σφαδάζω πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα (που σήμαινε ἕλκω, τείνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφάκελος αρσενικό (τοῦ σφακέλου)

  1. νέκρωση, γάγγραινα
  2. σπασμός, σφαδασμός
  3. μανιώδης ορμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • σφακελισμός (νέκρωση, σήψη, σπασμός)
  • σφακελίζω (έχω σπασμούς, υποφέρω από γάγγραινα, ξηραίνομαι, νεκρώνομαι)
  • σφάκος (φυτό με αντιβακτηριδιακές, αντισηπτικές, καρδιοτονωτικές, σπασμολυτικές και αντιδιαβητικές ιδιότητες, η σπάκα ή φασκομηλιά ή ἐλελίφασκος)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]