σφορτσάντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφορτσάντο < ιταλική sforzando

Επίρρημα[επεξεργασία]

σφορτσάντο

  1. (μουσική) (για το παίξιμο φθόγγων) με μεγαλύτερη ένταση από τους περιβάλλοντες φθόγγους (νότες)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]