σχοινοτενώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχοινοτενώς < σχοινοτεν(ής) + -ώς
Επίρρημα
[επεξεργασία]σχοινοτενώς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχοινοτενώς
|
|
σχοινοτενώς
|
|