τσακωτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσακωτά < τσακωτός

Επίρρημα[επεξεργασία]

τσακωτά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τσακωτά