φυλαχτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

φυλαχτά ουδέτερο

  1. φυλαχτό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού