χήρειος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χήρειος < χηρεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χήρειος, α, ον ( & χηρήϊος,α,ον)

  1. που χηρεύει
  2. που έχει στερηθεί κάποιον, ορφανός, απροστάτευτος με τον άνδρα νεκρό
    χηρήϊος οἶκος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]