χῆρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χῆρος < από το ουσιαστικό χήρα < από το επίθετο χῆρος, ,-α, -ον (ο στερημένος από κάτι, ο έρημος) < χωρίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χῆρος αρσενικό

  • ο χήρος, εκείνος που πέθανε η γυναίκα του
Τιμονόη, χῆρον ἀνιᾶσθαι σὸν πόσιν Εὐθυμένη : Τιμονόη, που άφησες χήρο να θρηνεί τον σύζυγό σου Ευθυμένη (επίγραμμα)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χῆρος,α,ον

κατήφησεν δὲ Κυρήνη πᾶσα τὸν εὔτεκνον χῆρον ἰδοῦσα δόμον : έκλαψε όλη η Κυρήνη όταν είδε έρημο το σπιτικό που άλλοτε είχε ευλογηθεί με τόσο πολλά παιδιά (επίγραμμα)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]