χῆρος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | χῆρος | οἱ | χῆροι |
| γενική | τοῦ | χήρου | τῶν | χήρων |
| δοτική | τῷ | χήρῳ | τοῖς | χήροις |
| αιτιατική | τὸν | χῆρον | τοὺς | χήρους |
| κλητική ὦ! | χῆρε | χῆροι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χήρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χήροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χῆρος < θηλυκό χήρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χῆρος αρσενικό (θηλυκό χήρα)
- ο χήρος, εκείνος που πέθανε η γυναίκα του
- ※ Τιμονόη, χῆρον ἀνιᾶσθαι σὸν πόσιν Εὐθυμένη : Τιμονόη, που άφησες χήρο να θρηνεί τον σύζυγό σου Ευθυμένη (επίγραμμα)
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | χῆρος | ἡ | χήρᾱ | τὸ | χῆρον |
| γενική | τοῦ | χήρου | τῆς | χήρᾱς | τοῦ | χήρου |
| δοτική | τῷ | χήρῳ | τῇ | χήρᾳ | τῷ | χήρῳ |
| αιτιατική | τὸν | χῆρον | τὴν | χήρᾱν | τὸ | χῆρον |
| κλητική ὦ! | χῆρε | χήρᾱ | χῆρον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | χῆροι | αἱ | χῆραι | τὰ | χῆρᾰ |
| γενική | τῶν | χήρων | τῶν | χήρων | τῶν | χήρων |
| δοτική | τοῖς | χήροις | ταῖς | χήραις | τοῖς | χήροις |
| αιτιατική | τοὺς | χήρους | τὰς | χήρᾱς | τὰ | χῆρᾰ |
| κλητική ὦ! | χῆροι | χῆραι | χῆρᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χήρω | τὼ | χήρᾱ | τὼ | χήρω |
| γεν-δοτ | τοῖν | χήροιν | τοῖν | χήραιν | τοῖν | χήροιν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
χῆρος, -α, -ον
- ο στερημένος από κάτι σπουδαίο
- ※ κατήφησεν δὲ Κυρήνη πᾶσα τὸν εὔτεκνον χῆρον ἰδοῦσα δόμον : έκλαψε όλη η Κυρήνη όταν είδε έρημο το σπιτικό που άλλοτε είχε ευλογηθεί με τόσο πολλά παιδιά (επίγραμμα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χῆρος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χῆρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Σελίδες για μορφοποίηση
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα grc-koi (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'λόγιος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ὡραῖος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)